15-16-17 MAY 2015 στο Ολυμπιακό Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου γήπεδο tae kwon do
Το Διεθνές Συνέδριο Δερματοστιξίας (Athens Tattoo Convention), επιστρέφει στην Αθήνα και στο Κλειστό Γήπεδο Παλαιού Φαλήρου (Tae Kwon Do) για την ένατη και πιο φιλόδοξη διοργάνωσή του, στις 15, 16 και 17 Μαΐου.
Την επιμέλεια της διοργάνωσης, στα πρότυπα των μεγαλύτερων tattoo conventions της Ευρώπης, θα έχει για μια ακόμη φορά η Red & White productions.
Έπειτα από το περσινό θρίαμβο, με περισσότερους από 21.000 επισκέπτες, φέτος σε ένα μεγάλο και ενιαίο χώρο περισσότεροι από 230 κορυφαίοι Έλληνες και ξένοι καλλιτέχνες θα παρουσιάσουν τη δουλειά τους, ενημερώνοντας το κοινό για την πανάρχαια τέχνη της δερματοστιξίας και όλες τις νέες εξελίξεις της. Μεταξύ αυτών οι 15 καλύτεροι στο είδος τους στον κόσμου.
Στην έκθεση θα υπάρχουν επίσης περίπτερα με tattoo supplies, είδη ρουχισμού και accessories, gadgets, αερογραφίες, μόνιμο μακιγιάζ και άλλα.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει μια σειρά από happenings, ανάμεσα στα οποία: • Έκθεση σχεδίων • Art Fusion - 5 καλλιτέχνες ζωγραφίζουν σε 5 καμβάδες, συνεχίζοντας ανά τρία λεπτά ο ένας το έργο του άλλου, σε μια διαφορετική και ευφάνταστη σκυταλοδρομία. • Διαγωνισμός καλύτερου tattoo ανά κατηγορία • Live bands (θα ανακοινωθούν εντός των ημερών) • Dj set (radio producers) • Graffiti Show • Aerial dancing • Freak show • Motorcycle show • Tribal Fusion Belly Dance • Bike and Skate Show • Body Painting Show • Acrobatics
Η έκθεση ανοίγει τις πόρτες της για το κοινό από τις 12:00 έως τις 24:00.
Για να πετάξει σωστά ο χαρταετός χρειάζεται καλό ζύγισμα. Τα ζύγια πρέπει να είναι φτιαγμένα έτσι ώστε ο χαρταετός να πετά με μια ορισμένη γωνία στο ρεύμα του αέρα. Έτσι, ο αέρας που κινείται κάτω από το χαρταετό έχει μεγαλύτερη πίεση από τον αέρα που κινείται πάνω του, κάνοντας τον έτσι να ανεβαίνει με ταχύτητα στον ουρανό.
Αυτό αποδεικνύει και η θεωρία του φυσικού Μπερνούλι, που αναφέρει ότι όταν ο αέρας κινείται με μικρή ταχύτητα γύρω από ένα σώμα έχει μεγάλη δύναμη, όταν όμως κινείται με μεγάλη ταχύτητα έχει μικρή δύναμη. Προσέξτε όμως, αν φτιάξετε τον αετό σας να πετά με πολύ μεγάλη γωνία, τότε μάλλον δεν θα μπορέσει να ανέβει ποτέ στον ουρανό, γιατί ο νόμος του Μπερνούλι θα λειτουργήσει αντίστροφα.
Ξέρεις ότι η συνήθεια του πετάγματος χαρταετού προέρχεται πιθανότατα από την Κίνα. Είναι δημοφιλής σήμερα στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στην Ινδία, στην Ταϊλάνδη και στο Αφγανιστάν.
Οι Κινέζοι ακόμη και σήμερα πιστεύουν ότι πετώντας τον χαρταετό διώχνουν την κακή τύχη, ενώ όσο πιο ψηλά φτάσει ο χαρταετός τόσο πιο τυχεροί θα είναι.
Στην χώρα μας έφθασε δια μέσου των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, και των λιμανιών της Ανατολής (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Χίο) εκεί όπου υπήρχε η δυνατότητα εξεύρεσης χρωματιστού χαρτιού και σπάγκου.
Κατασκευή του χαρταετού
Τα κύρια μέρη ενός χαρταετού είναι τρία. Σίγουρα όλοι έχετε ακούσει να μιλούν για το σκελετό, τα ζύγια ή την ουρά. Δεν είναι δύσκολο να φτιάξεις το δικό σου χαρταετό. Αρκεί να ακολουθήσεις τις παρακάτω οδηγίες με προσοχή· Ας τα πάρουμε ένα ένα:
α. Υλικά για τον σκελετό
1. 3 ξύλινα πηχάκια (Πρέπει όλα να έχουν το ίδιο μήκος και το ίδιο πάχος. Για ένα μικρό χαρταετό, τα πηχάκια μπορεί να είναι 60 εκατοστά. Οι καλύτεροι χαρταετοί είναι αυτοί που έχουν ελαφρύ σκελετό. Γι’ αυτό, παλιά χρησιμοποιούσαν μόνο ξυσμένα καλάμια.) 2. γερό σπάγκο 3. μεγάλη κόλλα από χαρτί γλασέ ή πλαστικό ή ύφασμα 4. ψαλίδι 5. μολύβι 6. κόλλα
Βήματα κατασκεύης του σκελετού
1. Τοποθέτησε το ένα πηχάκι οριζόντια και τα άλλα δύο να σχηματίζουν X πάνω σ’ αυτό. Πρέπει όλες οι γωνίες που σχηματίζονται να είναι ίσες, 60 μοίρες η καθεμία.
2. Δέσε τα ξύλα μεταξύ τους γερά με σπάγκο ή κάρφωσε τα
3. Ένωσε όλες τις κορυφές των ξύλων με σπάγκο.
4. Βάλε το σκελετό πάνω στο χαρτί και ζωγράφισε το περίγραμμα του. Μετά σχεδίασε ένα δεύτερο περίγραμμα, 5 εκατοστά πιο μεγάλο από το πρώτο.
5. Κόψε το μεγάλο περίγραμμα του χαρτιού
6. Δίπλωσε το χαρτί γύρω γύρω πάνω από το σπάγκο και κόψε τις γωνίες που περισσεύουν. Τώρα αναδίπλωσε και κόλλησε το χαρτί.
β. Υλικά για τα ζύγια
σπάγκος ψαλίδι
Βήματα κατασκευής
1. Κόψε 5 κομμάτια σπάγκου με ίδιο μήκος, 30 εκ. (Το μήκος του σπάγκου πρέπει να είναι το μισό του μήκους που έχει το πηχάκι). Δέσε τα κομμάτια του σπάγκου στα σημεία A, B, Γ, Δ και E. (κάτω σχήμα) 2. Δέσε τα κομμάτια από τα A, B και E μεταξύ τους σ’ έναν κεντρικό κόμπο. Σε αυτόν τον κόμπο θα δέσεις και το μακρύ και γερό σπάγκο με τον οποίο θα πετάξεις τον αετό. O σπάγκος καταλήγει σ’ ένα κυλινδρικό κομμάτι ξύλου (καλούμπα).
3. Δέσε μεταξύ τους τα κομμάτια του σπάγκου Γ και Δ. Εκεί 8α δέσεις τον σπόγγο της ουράς, που πρέπει να είναι 5 φορές μεγαλύτερος από το ύψος του αετού.
γ. Υλικά για την ουρά
κόλλες από χρωματιστό χαρτί γλασέ σπάγκος 5 φορές μεγαλύτερος από το ύψος του αετού. Βήματα
1. Δίπλωσε σε μορφή φυσαρμόνικας το χαρτί αφήνοντας αδίπλωτο ένα κομμάτι 5 εκατοστών.
Κόψε με το ψαλίδι τη φυσαρμόνικα, κάθετα στις πτυχές.
Ξεδίπλωσε τα κομμένα κομμάτια του χαρτιού και δίπλωσε το κομμάτι που δεν έκοψες σ’ ένα ματσάκι. 2 Δέσε καθένα από αυτά τα ματσάκια στο σπάγκο της ουράς σε απόσταση 15-20 εκ. H ουρά έχει μεγάλη σημασία, γιατί αυτή εξασφαλίζει την ισορροπία του αετού. Για να ξεχωρίζει ο αετός σου, μπορείς να ζωγραφίσεις κάτι ή να φτιάξεις ένα κολάζ στην μπροστινή του όψη.
Βρες ένα ανοικτό πλάτωμα μακριά από τα ηλεκτροφόρα σύρματα και δέντρα, γυρίζουμε τον χαρταετό μας κόντρα στον άνεμο και
«Κοίτα μη τυχόν και ανέβεις σε παπάκι. Δε θέλω παρέες με τέτοιους».
«Γιατί ρε μάνα, κέρατα έχουν;»
«Αυτό που σου λέω. Με αυτά σκοτώνονται τα παιδιά και κλείνουν τα σπίτια».
Ο διάλογος κλασικός. Μετά τα εσώρουχα και τις κάλτσες, η έννοια της μάνας στη δεκαετία του ’80, ήταν τα παπάκια. Αυτά τα ανεπανάληπτα και πλέον all time classic 50άρια μηχανάκια. Στις ηλικίες 16 ως 25, οι πωλήσεις έκαναν θραύση. Οι μύθοι της εποχής, σχετικά με αυτούς που τα καβαλούσαν και τα ατυχήματα στους δρόμους, ήταν ατελείωτοι.
«Μάνα, θα αγοράσω μηχανάκι».
«Όχι παιδί μου, μην μου το κάνεις αυτό (τράβηγμα μαλλιών). Φοβάμαι, σε παρακαλώ. Κάνε υπομονή να πάρεις αυτοκίνητο».
Και αυτός ο διάλογος κλασικός. Όλοι ήθελαν ένα παπάκι γιατί ήταν μόδα, δεν απαιτούσε ιδιαίτερες οδηγικές ικανότητες, ήταν φθηνό και «σήκωνε» πολλές τροποποιήσεις στον κινητήρα και τη γενική εμφάνιση. Η αγορά τους γινόταν με λίγα λεφτά προκαταβολή και μετά γραμμάτια, ενώ η απόκτηση διπλώματος μοτοποδηλάτου ήταν εύκολη υπόθεση και άμα λάδωνες τους εξεταστές ευκολότερη.
Το προσωνύμιο «παπί» δεν είναι απολύτως διευκρινισμένο πως το απέκτησε. Οι απόψεις είναι ότι είτε λόγω του θορύβου του, είτε λόγω της εμφάνισής του. Το πιθανότερο είαναι ότι πήρε το όνομα απο τον ήχο πα-πα-πα, που έκανε μόλις αφαιρούσες την εξάτμιση απο το μοτέρ.
Τα πειραγμένα
Τα Super Club 50cc και οι οδηγοί τους, είχαν ένα ιδιαίτερο στιλ.
Ο αναβάτης, μόλις αγόραζε το παπάκι, έριχνε άλλα τόσα λεφτά για να το κάνει «αγριόπαπια». Έβγαζε αμέσως τους καθρέπτες και τη σχάρα.
Έβγαζε την ποδιά. Έκοβε τα φτερά. Άσπριζε την πινακίδα για να ξεφεύγει από τα μπλόκα ή την έκοβε για να μην ενοχλεί στη σούζα, και «πείραζε» τον κινητήρα για να το κάνει 72cc.
Σταδιακά, τα κυβικά ανέβαιναν και άλλαζαν οι ρόδες, η σέλα, τα φλασάκια, και οτιδήποτε άλλο «φορούσε» το εργοστασιακό μηχανάκι.
Ακολουθούσε πάντα η σχετική μόστρα του «γκαζιού» μπροστά από καφετέριες και πλατείες και σε ορισμένες περιπτώσεις παίζονταν στοιχήματα σε κόντρες με παπάκια. Ο θρύλος λέει ότι κάποιοι έκαιγαν κηροζίνη και πέταγαν στις κόντρες στην περιφερειακή στην Κατεχάκη.
Πάντως, αρκετοί άφηναν την ποδιά επάνω και κολλούσαν διάφορα αυτοκόλλητα, εκεί ή στο φανάρι, με χαρακτηριστικότερο αυτό που απεικόνιζε τον λύκο.
Το στράβωμα των ποδιών
Ένας οδηγός «πάπιας» που σεβόταν τον εαυτό του, έπρεπε να ξέρει να στήνεται σε αυτό. Το στυλ απαιτούσε από τον οδηγό να κάθεται στη σέλα όσο πιο μπροστά μπορούσε. Τα γόνατα να είναι κολλητά και στους μασπιέδες, τα πόδια στραβά προς τα μέσα με τις φτέρνες προς τα έξω. Το κράνος ήταν «ξενέρωτο», καθώς η μοδάτη χαίτη έπρεπε να ανεμίζει.
Το παντελόνι μπάγκι ή ψαράδικο και ελαφρώς τραβηγμένο προς τα πάνω, για να φαίνεται η άσπρη κάλτσα και το μαύρο Sebago ή sea and city.
Τις μπότες και τα δερμάτινα τύπου perfecto τα φορούσαν αυτοί που είχαν μεγάλες μηχανές.
Αργότερα οι παπάκηδες τους μιμήθηκαν.
Το μπουφάν αρχικά ήταν στρατιωτικό, τύπου flight και αργότερα έγινε φουσκωτό.
Η σούζα, η κολιά και λοιπά τσαλιμάκια στις δύο ρόδες, ήταν «υποχρεωτικά μαθήματα».
Το ίδιο και οι μηχανικές γνώσεις επί όλων των τμημάτων του παπιού.
Όσο πιο πειραγμένο και φτιαγμένο εξωτερικά ήταν ένα παπάκι, τόσο πιο περπατημένος φαινόταν ο οδηγός του. Ένα καλό παπί έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει θόρυβο.
«Σούζα ρε, κάνε ψαράκι, σανίδωσέ το» ήταν η διαρκής προτροπή στους οδηγούς, που ευχαρίστως εκτελούσαν. Και δως του πέρα δώθε, βρουμ βρουμ με πειραγμένες εξατμίσεις.
Η τέχνη του συνοδηγού
Όσο για τον συνοδηγό, έπρεπε να είναι ελαφρώς προς τα πίσω, με τα χέρια και τα πόδια κρεμασμένα και όχι ακουμπισμένα πίσω στους μασπιέδες.
Ο εκπαιδευμένος συνοδηγός ήταν απαραίτητος, για τη φιγουράτη «δικάβαλη σούζα», καθώς ήξερε να τραβάει και να κρατάει σταθερά τον οδηγό προς τα πίσω. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξομοίωναν τους οδηγούς με το ιδιαίτερο στιλ, με «άτομα που έχουν μπλέξει», ή μέλη φοβερών και τρομερών συμμοριών.
Τη δεκαετία του ’90, η άποψη για τα παπάκια άλλαξε. Οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι και η έλλειψη πάρκινγκ, έστρεψαν πολλούς σε μια φθηνή και αξιόπιστη λύση. Το παπάκι ήταν ότι έπρεπε, ευέλικτο, δεν έκαιγε και πολλή βενζίνη, ενώ το πάρκαρες σε δευτερόλεπτα. Η ταχύτητα και η ενεργητική ή παθητική ασφάλειά του παπιού, δεν ήταν ποτέ τα «προσόντα» του, αλλά πρόκειται για ένα καλοφτιαγμένο και διαχρονικό όχημα.
Η προέλευση
Τα παπάκια της Honda και της Yamaha κυκλοφόρησαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από την Ιαπωνία, που προσπαθούσε να ανακάμψει. Η είσοδός τους στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική αγορά ήταν πολύ δύσκολη.
Κανείς δεν εμπιστευόταν ακόμη ένα ιαπωνικό προϊόν.
Ήταν όμως μια λύση, για αυτούς που δεν ήθελαν μεγάλου κυβισμού μηχανές, αλλά ένα ελαφρύ δίκυκλο, για να εξυπηρετούνται σε μικρές αποστάσεις. Τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να κάνουν τις πρώτες σημαντικές πωλήσεις και σταδιακά καθιερώθηκαν. Με αυτό το θρυλικό μηχανάκι άρχισαν πολλοί να εκπαιδεύονται στην οδήγηση με δύο ρόδες και να αγαπούν τις μηχανές. Ακόμη και αυτοί που δεν είχαν χαίτη ή ψαράδικο παντελόνι.
Στην Ελλάδα έκανε θραύση τη δεκαετία του ’80. Σήμερα παράγεται και από άλλες εταιρείες, σε διάφορα σχέδια και κυβικά και αποτελεί ακόμη εγγύηση για τις μετακινήσεις.
Δείτε το βίντεο με το παπάκι της Βίκυς που εχουν επιλέξει περίπου 1,5 εκατομμύριο χρήστες στο διαδίκτυο. Η κοπέλα έκανε μια τρελλή κούρσα και είναι ευτυχώς μια χαρά στην υγεία80s/
Λέξεις που γεμίζουνε χρώματα...Χρώματα φωτεινά, χρώματα σκοτεινά... Λέξεις που γίνονται εικόνες και σχηματίζουν αργά και σταθερά το παζλ του μέλλοντος μας... Λέξεις που όταν τις συλλαβίζουν οι άνθρωποι που αγαπάς, φωλιάζουν μέσα στην καρδιά σου.. Λέξεις που άλλοτε γίνονται ουράνιο τόξο στα όνειρά μας και άλλοτε μαχαίρι και φράχτης στην καρδιά μας... Λέξεις που ομορφαίνουν τη ζωή μας και λάμπει το πρόσωπό μας από ευτυχία... Λέξεις που μας γεμίζουν αγάπη, δύναμη, ελπίδα και όρεξη για ζωή... Λέξεις μικρές, ύπουλες και δυνατές, που σκοτεινιάζουν κάθε μας ελπίδα και σβήνουν το χαμόγελό μας... Λέξεις που τα σημάδια που αφήνουν, μπορούν να λεκιάσουν την καρδιά μας σε χρόνους ανύποπτους... ...και τότε έρχονται οι δικές μας λέξεις.... ...ψεύτικες λέξεις... για να σκεπάσουν την πίκρα και την απογοήτευσή που νιώθουμε μέσα μας... Λέξεις που δεν θέλουν να πληγώσουνε αυτούς που μας πλήγωσανε... Λέξεις που σφίγγουν την καρδιά και λες.... " ΚΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ, ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ!!! " .
Κιτρινισμένα φύλλα και σκισμένα, γεμάτα σκόνη, λάδι και ιδρώτα! Φωνές από το Παρελθόν που ξεχαστήκαν, και κάποια μεσημέρια του Ιουλίου, με μυρωδιά από κεφτέδες και καρπούζι...
Κοντά παντελονάκια και παπούτσια, από τα πλαστικά καφέ το χρώμα. Η αρμύρα από τη θάλασσα που φτιάχνει, στο μαύρο το κορμί σου άσπρους χάρτες και τ' άδεια πιάτα πάνω στο τραπέζι και τα σπαστά ντιβάνια στη βεράντα!
Η βρώμα από το ντι-ντι-ντι πλανιέται(τη σιδερένια τρόμπα τη θυμάσαι;) κι ο μουσκεμένος ύπνος στα σεντόνια, με μύγες πειραχτήρια που τρομάζουν απ' το ροχαλητό το κόντρα μπάσο! Τρίζει ο σουμιές κλειστά είναι τα παντζούρια, κοιμούνται οι "μεγάλοι" μες την κάψα, και συ γυρνάς σιγά παλιές σελίδες, σε κόσμους μαγικούς αεροβατώντας...
Μυρίζει μούχλα η ξανθιά βασιλοπούλα, φρέσκια λαδιά στο πρόσωπο του Μίκυ, από την μελιτζάνα την τηγανητή, ίσως να είναι!
Βουνά από Μίκυ Μάους στο τραπέζι, δίπλα σε ψίχουλα και σε μπουκάλια μπύρα. Χάρμα των οφθαλμών το Μίκυ Σίτυ, και ο Ταρζάν για δες τονα πως στέκει, εκεί στο πιρουνάκι άκρη άκρη, και νατον μόλις τώρα πέφτει, βουτιά μες το ζουμί απ΄τη σαλάτα!
Κούτες μ' ότι θελήσει το μυαλό σου, πραμάτεια θαυμαστή και μαζεμένη με κόπο και με δάκρυα και δίφραγκα κλεμμένα... Σπηλιά του Αλαντίν που μέσα αν έμπεις, τα μάτια σίγουρα με πόνο θα τα κλείσεις, γιατί για πες -θεέ μου!- πως θ' αντέξεις, τόσες ονειροφαντασιακές σελίδες;
"Σουσάμι άνοιξε" και πάρε με μαζί σου, σε μαγικά χαλιά γοργοπετώντας, στους ώμους πάνω του τεράστιου τζίνι, και πήγαινέ με πέρα ως το Τέλος, που βρίσκεται ανύπαρχτο το"ΤΕΡΜΑ".
Το μαγαζί του Παντελή ξανά θυμάσαι, χανόσουνα και κοίταες με τις ώρες ράφια ολόκληρα και τα χιλιάδες τεύχη από περιοδικά παλιά και νέα... Πενηνταράκι ο Μικρός ο Ήρως και δίφραγκο τα "Εικονογραφημένα", γίνονται αλλαγές με μια δεκάρα το 'γραφε κι η ταμπέλα από χαρτόνι "ΓΙΝΟΝΤΕ ΑΛΑΓΑΙ" και άλλα τέτοια!
Έβγαινες κουβαλώντας τόσα τεύχη, περήφανος και ανασκουμπωμένος, γιατί ποτέ αυτές οι ιερές σελίδες δεν ήταν λάφυρα πολέμου από βόλους, γιαλένια, μουνταρία, λοταρία... Δεν άφηνες κανέναν να τα πιάσει και τα τακτοποιούσες στη σειρά με ευλάβεια και τα διπλά τα τεύχη σ'άλλη κούτα.
Εκείνο το κοτέτσι το θυμάσαι; που στ' άσπρισε η γιαγιά σου κι είχε στρώσει κιλίμια, κουρελούδες, μαξιλάρια; Παλάτι των Παραμυθιών σου είχε γίνει, περιοδικά γεμάτο μέχρι πάνω κι οι αυλικοί να σε παρακαλάνε μια θέση στην Εδέμ να τους χαρίσεις!
Κιτρινισμένα φύλλα και σκισμένα, γεμάτα σκόνη, λάδι και ιδρώτα. Φωνές από το Παρελθόν που ξεχαστήκαν, και κάποια μεσημέρια του Ιουλίου με πληγιασμένα γόνατα και νύχια μαύρα...
Να ο Γκαούρ ο μελαψός που ξεπετιέται, από τα χέρια του Γιαχάμπα για να σώσει την μαυρομάλλα Ταταμπού απ' την Ελλάδα!! Κι η Φούτζι Γιάμα με το Γιοκορίκο σε μουχλιασμένα υπόγεια μες τη νύχτα την Κατερίνα βασανίζουν με μανία.
Κι ανάμεσά τους θολά πλανιούνται, η Θεοδώρα, η Ειρήνη η Αθηναία, ο Όλιβερ Τουίστ κι η Χλόη που στην καλύβα μέσα είναι κρυμμένη του Μπάρμπα-Θωμά εκεί στο Νότο.
Τα όνειρα τα παλιά που παν να σβήσουν, σε μεξικάνικες ερήμους διψασμένοι, -με τον Τζιμ Άνταμς καβαλάρη- αντικατοπτρισμοί του Είναι και του Τότε!..
Κιτρινισμένα φύλλα και σκισμένα, γεμάτα σκόνη, λάδι και ίδρώτα. Φωνές από το Παρελθόν που ξεχαστήκαν, και κάποια μεσημέρια του Ιουλίου, που ξέφτισαν και πάνε για τα Πέρα, για κάπου μακριά μες στα Χαμένα...
Σαλπάρουν δυστυχώς "αυτά και άλλα τόσα" και μετανάστες πάνε για τα ΞΕΝΑ...
Μια σελίδα που θα μας ταξιδέψει σε περασμένες δεκαετίες, σε θολές αλλά όχι ξεχασμένες αναμνήσεις και σε μαγικά παιδικά όνειρα, γιατί "δε φταίω εγώ που μεγαλώνω, φταίει η ζωή που 'ναι μικρή
Σχολικές αναμνήσεις σε ξεθωριασμένες σχολικές τάξεις...
-Μήλα Μίμη.
Έλα, Μίμη, έλα.
Παίρνοντας απόσταση απ’ το χτες, οι σχολικές μνήμες, καίτοι σκληρές, προερχόμενες από τη δεκαετία του -60 και του -70, δημιουργούν μια συγκινησιακή φόρτιση, μια γλυκιά μελαγχολία.
Τα μάτια δακρύζουν όταν σκέφτεσαι με γλυκύτητα εκείνες τις εποχές.
Δεν είναι οι τιμωρίες, αρκετές φορές σκληρές, όπου ο σεβασμός και ο φόβος ήταν ανάμικτοι.
Δεν είναι η μεγάλη αυστηρότητα και πειθαρχία, οι «σωφρονιστικές» τιμωρίες, η αποβολή, η επανάληψη της τάξης.
Ποιος δεν έγραψε 10 φορές το μάθημα, δεν ένιωσε το τράβηγμα του αυτιού και του μαλλιού, δεν ένιωσε τον πόνο από το ανεβοκατέβασμα της βέργας στην παλάμη του;
Άλλωστε όλες αυτές οι μέθοδοι θεωρούνταν παιδαγωγικές προς«παραδειγματισμόν και συμμόρφωσην».
Δεν είναι το κούρεμα με την ψιλή, όπου μόνο ένα τσουλούφι εδικαιούτο να ζήσει για να υπενθυμίζει και να τιμά την φούντα από το τσαρούχι του τσολιά, ούτε ο έλεγχος της διαγωγής της εξωσχολικής ζωής.
Δεν είναι η φτώχια, η ίδια σάκα και γομολάστιχα και του χρόνου! Ούτε η τάξη σου που θερμαινόταν με ξυλόσομπα και ξύλα που κουβαλούσες από το σπίτι!
Δεν είναι η διδασκαλία της καθαρεύουσας, ο ρίψασπις του ριψάσπιδος και η παραλήγουσα που ποτέ δεν περισπάται, όταν η λήγουσα είναι μακρά.
Ούτε η ιεραρχική εποπτεία των επιθεωρητών « δια την αξιολόγησην εκπαιδευτικού προσωπικού και ελληνοπαίδων ως προς την πίστην και την αφοσίωσην εις τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη».
Άλλωστε, οι οδηγίες/εντολές του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη διαμόρφωση εσωσχολικής και ενδοσχολικής ζωής ήταν σαφείς:
«τακτικός εκκλησιασμός διδασκό-ντων και διδασκομένων, ως και η εκτέλεσις των θρησκευτικών καθηκόντων, όπως της εξομολογήσεως και της θείας μετάνοιας», {…},
ευπρεπής εμφάνισις των μαθητών ως προς την ενδυμασίαν και κόμην, ως και η κόσμια συμπεριφορά αυτών εντός και εκτός σχολείου {…}, ευπρεπής εμφάνισις και συμπεριφορά των διδασκόντων»{…}»,
δραστηριότητα εκπαιδευτικών που να « εκτείνηται και εις εξωσχολικάς απασχολήσεις συντελούσας εις την προαγωγήντης κοινότητας εντός της οποίας ζώσι».
Όχι, δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά.
Το δάκρυ κυλάει, γιατί είναι μνήμες, σκέψεις, εικόνες και παραστάσεις ανάκατα, από τα χρόνια της παιδικής σου αθωότητας. Από τα χρόνια εκείνα που τα βιώματά σου σου έκαναν να πρωτογευθείς αυτό το θαύμα που λέγεται ζωή.
Είναι τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που ένιωσες, που σε καθόρισαν, που σου χάραξαν πορεία.
Είναι οι συμμαθητές σου, οι παιδικοί σου φίλοι, που έμειναν για πάντα φίλοι. Τα πρώτα σου ερωτικά, πλατωνικά σκιρτήματα.
Είναι ένας δικός σου κόσμος που κουβαλάς μέσα σου, ένα κομμάτι του εαυτού σου. Η ιστορική σου συνέχεια…
…Γλυκό της νιότης μου πουλί…
*****************
Εξετάσεις και διαγωνισμούς στα δικά μας τα χρόνια, είχαμε από τη Πέμπτη τάξη του Δημοτικού και μέχρι το τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου και τον Φλεβάρη και τον Ιούνη.
Του Φεβρουαρίου οι διαγωνισμοί μάς ήθελαν διαβασμένους στα κεφάλαια που είχαμε διδαχθεί το πρώτο εξάμηνο, αλλά τον Ιούνιο, μας εξέταζαν εφ' όλης της ύλης κι αυτό ήταν βάρος ασήκωτο και μαρτύριο σαδιστικό.
Να λάμπει ο ήλιος προκλητικά, διασχίζοντας αργά τον καταγάλανο θόλο, ν' αστράφτει η θάλασσα παραδομένη στο χάδι του μελτεμιού,
να τιτιβίζουν τα πουλιά πολυάσχολα έξω απ' το παραθύρι τσιμπολογώντας τις άγουρες ρόγες στην κληματαριά, να τσιρίζει το παιδομάνι και να χαλά ο κόσμος κι η γειτονιά απ'τα τρεχαλητά κι εσύ ...;; Εσύ, εκεί ...
Με τα μάτια γουρλωμένα από χαύνωση ενοχλητική, καρφωμένα σ'; αράδες ακαταλαβίστικες και τα μυαλά ασυμμάζευτα, παραδομένα σε φαντασιώσεις κι όνειρα εκτός τόπου και χρόνου,
να πρέπει, λέει, να μάθεις και ν' αποστηθίσεις με τι ισούται το τετράγωνο της υποτεινούσης, πότε γεννήθηκε ο Νικηταράς και πόσο πληθυσμό έχει το κράτος της Ακτής του Ελεφαντοστού!
Κι όμως ...; Επειδή η ανάγκη γίνεται φιλότιμο κι επειδή ο έλεγχος διαγωγής και προόδου και το ενδεικτικό θα μαρτυρούσαν αδιάσειστα τις προσπάθειες και τους κόπους, θέλοντας και μη διάβαζες.
Διαβάζαμε, ξενυχτούσαμε και ξημερωνόμαστε μελετώντας. Μα ...το καλοκαίρι ήταν μπροστά, οι διακοπές μάς έκλειναν το μάτι, οι αγωνίες απ' τις ψυχές μας περνούσαν ξώφαλτσα και προσωρινά και τα άγχη τα ξέπλεναν εύκολα τα πρώτα μακροβούτια!
Άλλωστε, στις αρχές του Ιούνη κάθε χρόνο, ανυπομονούσαμε για ένα άλλο γεγονός, πολύ σημαντικό, που για τη διοργάνωση και τη διεκπεραίωσή του, έπρεπε να αφιερώνουμε πολύ χρόνο και πολλές προσπάθειες.
Έτσι, το δυσάρεστο πρόβλημα των διαγωνισμών το απωθούσαμε και το αφήναμε για το τέλος.
Ξέρει, βλέπεις το παιδικό μυαλό να κρατά ισορροπίες, δεν σκαμπάζει από προβλέψεις και πρόνοιες, αφήνει τις αγωνίες και τα άγχη να κοιμούνται στην ησυχία τους και κάθε πράγμα το αντιμετωπίζει στην ώρα του κι έτσι είναι καλώς καμωμένο.
Στις πρώτες τάξεις μάλιστα του Δημοτικού, όλες τις ελεύθερες ώρες μας, μα και τις πιότερες από τις ώρες των μαθημάτων, τις ξοδεύαμε στις πρόβες και στις προετοιμασίες για τις «επιδείξεις» των οποίων η διοργάνωση κάθε χρόνο οριοθετούσε και το τέλος της σχολικής περιόδου και τις περιμέναμε πώς και πώς.
Γιατί, σ' αυτή την ηλικία, η ώρα είναι αιώνας, μ' αποτέλεσμα η χρονιά να μοιάζει ατελείωτη!
Κι όπως η ζέστη ανέβαζε τον υδράργυρο στο θερμόμετρο, έτσι οι αντοχές μας έπεφταν ―αντιστρόφως ανάλογα― στο ελάχιστο κι οι αποδόσεις μας ...στο μηδέν.
Ευτυχώς, τότε ήταν που άρχιζε η φούρια για τις επιδείξεις και με το πήγαιν' έλα στα γήπεδα, με το βάλε-βγάλε στολές και κοστούμια και με το πες και ξαναπές στιχάκια, ποιήματα και τραγούδια, έφευγαν οι τελευταίες μέρες χαρούμενες και γεμάτες ενδιαφέρουσες δραστηριότητες.
Ασκήσεις, αθλοπαιδιές, χορευτικά, ταμπλό-βιβάν, σκετς, απαγγελίες, απορροφούσαν όλη μας την προσοχή κι εξασκούσαν τις επιδεξιότητές μας, εξαντλούσαν όμως τους δασκάλους μας και τους έφερναν μέχρι τα όρια των αντοχών τους κι ακόμη παρά πέρα.
*****************
Το σχολείο έχει δύο κύριες εισόδους, μια από κάθε δρόμο, για το κάθε σχολείο αντίστοιχα.
Άσπρα μαρμάρινα πλατιά σκαλοπάτια ανεβαίνουν μέχρι τα περιστύλια των εισόδων που κι αυτά είναι στρωμένα με μάρμαρα αστραφτερά κι οι κολώνες τους στηρίζουν τις βεράντες του δευτέρου ορόφου όπου σε ιστούς χοντρούς κυματίζει η Ελληνική σημαία.
Εκεί, στα πρώτα σκαλοπάτια, στέκονταν οι δάσκαλοί μας τα πρωινά κι ο μαθητής που θα 'λεγε τη προσευχή, σαν ο καιρός ήταν καλός κι εμείς όλοι από κάτω στοιχημένοι ανά τάξη, ψάλαμε τον Εθνικό Ύμνο και το «Συ που κόσμους κυβερνάς και ζωή παντού σκορπάς, άκου τούτη τη στιγμή, των παιδιών σου τη φωνή».
Αν όμως ο καιρός ήταν κρύος και βροχερός, μαζευόμασταν ―λίγο στριμωγμένα βέβαια― μέσα στο μεγάλο χολ, στο οποίο έμπαινε κανείς μόλις δρασκέλιζε την είσοδο.
Εκείνες τις ώρες ―η αλήθεια― επικρατούσε ένα πανδαιμόνιο κι ο αντίλαλος ήταν εκκωφαντικός αλλά …και στις χελιδονοφωλιές την άνοιξη πανδαιμόνιο επικρατεί. Ψέματα;
Στο βάθος τούτης της μεγάλης αίθουσας υποδοχής, ξεκινούσε μια πλατιά καλλιμάρμαρη σκάλα, που οδηγούσε στις τάξεις του πρώτου ορόφου. Ένας μακρύς διάδρομος στο πλάι της οδηγούσε επίσης στις τάξεις του ισογείου.
Μια πόρτα βορινή έβγαζε στην πίσω αυλή, που το έδαφος της ήταν αργιλώδες κι όταν έβρεχε μαζεύαμε το πηλό και τον κάναμε γλυπτά και χειροτεχνήματα, μα πιο πολύ πασαλείβαμε τα παπούτσια μας, τα χέρια, τα μούτρα μας και τα θρανία!
Στο τέρμα του οικοπέδου, στην πίσω αυλή, ήταν τ' αποχωρητήρια, κάποιες αποθήκες κι οι βρύσες του νερού. Εκεί παλιά, τα πρώτα χρόνια που πήγα στο σχολείο, ετοίμαζαν «το συσσίτιο» .
Μπαίνοντας στο χολ, δεξιά ήταν το γραφείο του διευθυντού, το άλλο των δασκάλων, το γραφειάκι του επιστάτη κι η καμαρούλα της σαρώτριας, απ' όπου πουλούσε και τα κουλουράκια της για να συμπληρώσει το μικρό εισόδημά της από τις δραχμούλες που της δίναμε.
Γιατί τότε η παιδεία δεν ήταν δωρεάν και πλήρωναν οι γονείς μας κάθε χρονιά την εγγραφή μας ,τα δίδακτρα, για τον επιστάτη και για τη σαρώτρια επίσης, χώρια τα λεφτά που ήθελαν για τα βιβλία μας και τα τετράδιά μας.
Σ' αυτήν λοιπόν την αίθουσα μετά την είσοδο, μαζευόμασταν για την πρωινή προσευχή το χειμώνα και σ' όλες τις εορτές και τις συγκεντρώσεις που δεν ήταν τόσο σημαντικές όσο οι Εθνικές Εορτές στις οποίες οι εκδηλώσεις και οι ομιλίες γίνονταν στη μεγάλη αίθουσα του θεάτρου στο δεύτερο όροφο,
όπου υπήρχε μια κανονική σκηνή με παρασκήνια και υποβολείο, αυλαία από πορφυρό βελούδο και πλατεία με πολλές σειρές καθισμάτων!
Ας πούμε, για την γιορτή των Τριών Ιεραρχών, για τη φιέστα της Απόκριας ή για την εκδήλωση για την Αποταμίευση, μέναμε στο χολ, όπου οι εκάστοτε ομιλητές και οι μαθητές, ανέβαιναν στο πάνω πλατύσκαλο κι από κει εκφωνούσαν, τραγουδούσαν ή απάγγελλαν τα ανάλογα για την περίσταση.
Και είναι σαν να τη βλέπω τούτη τη στιγμή την επιγραφή πάνω από το κεφάλι τους «όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», καθώς και τα πορτρέτα των ηρώων του '21 γύρω-γύρω στους τοίχους αραδιασμένα να παρακολουθούν βλοσυρά.
Σ' αυτά κάρφωνα τα μάτια μου, για να υπνωτιστώ και ν' αποδράσω, μην έχοντας υπομονή ν' ακούω βαρετούς λόγους και μονότονα στιχάκια παράφωνα και χιλιοειπωμένα ή προσπαθώντας ν' ανακουφιστώ από τη δυσάρεστη και καμιά φορά επώδυνη ορθοστασία.
Όμως τους εορτασμούς της 28ης Οκτωβρίου ή της 25ης Μαρτίου και των Χριστουγέννων, τους κάναμε με μεγάλη επισημότητα και πολλές προετοιμασίες στην αίθουσα του Θεάτρου.
********************
Στην πρόσοψη του σχολείου μας ήταν ο χώρος της τεράστιας αυλής. Στην ανατολική πλευρά της, ήταν σχεδιασμένοι οι κήποι των λουλουδιών και των λαχανικών. Τα παρτέρια τους τα σκάβαμε και τα καλλιεργούσαμε στο μάθημα της Φυσικής Ιστορίας.
Παραδίπλα ήταν και το σκάμμα με μπόλικη άμμο για τις αθλοπαιδιές και στο πιο νότιο άκρο ο δεντρόκηπος που στη σκιά του καταφεύγαμε στα διαλείμματα σαν ζέσταινε ο καιρός.
Εκεί, καθισμένα δύο-δύο, ψιθυρίζαμε τα μυστικά μας τα ανομολόγητα και τα σκαμπρόζικα νέα μας, για το ποιος «έχει» ποια και ποια αρέσει σε ποιον κι άλλα τέτοια σκανδαλώδη!
Στη μέση της αυλής, ήταν όλος ο χώρος δικός μας για τη γυμναστική, τους χορούς και τα παιχνίδια του διαλείμματος.
Τότε που οι κραυγές μας ήταν ουρανομήκεις σαν πολεμικές ιαχές, τα γέλια μας και τα ξαφνικά μας χάχανα αδικαιολόγητα σαν υστερικά ξεσπάσματα,
οι καυγάδες μας, που άναβαν χωρίς αιτία κι έσβηναν μετά από φτυσιές, μπουνιές και ξεμαλλιάσματα μόλις άνοιγε μια μύτη, αιμοχαρείς και τα τρεχάματά μας τα αδιάκοπα,
πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά και πίσω-μπρος σαν ποδοβολητό από ορδές βαρβάρων εκκωφαντικό, ξεσήκωναν σύννεφα σκόνης, αγανακτούσαν τους περίοικους και χαλούσαν τη μακαριότητα της ήσυχης γειτονιάς.
Η δυτική πλευρά της αυλής, κατά τον ίδιο τρόπο διαρρυθμισμένη, ανήκε στο άλλο σχολείο, μα στα διαλείμματα παίζαμε ή μαλώναμε όλα τα παιδιά κι από τα δύο σχολεία ανακατεμένα κι οι περαστικοί χαμογελούσαν με κατανόηση ακούγοντας τον ορυμαγδό!
Γιατί, εκείνα τα χρόνια, η μάστιγα του θορύβου ήταν άγνωστη κι άγνωστη ―βέβαια― ήταν κι η ανυπόφορα ασταμάτητη ροή των οχημάτων πάσης φύσεως που υπάρχει τώρα στους δρόμους της πόλης κι όλου του νησιού και κάνει τη διάβαση, την οίκηση και τη διαβίωση ανυπόφορη!
Τότε, άντε να περνούσε πού και πού αγκομαχώντας και καπνίζοντας κάποιο αργοκίνητο λεωφορείο, ίσως κανένα ταξί, από τα μετρημένα στα δάχτυλα που υπήρχαν κι ακόμα πιο σπάνια κάποιο ιδιωτικό αυτοκίνητο.
Αυτά κι αν ήταν λιγοστά κι αχρείαστα, όπως αχρείαστα θα ήταν και σήμερα, αν το συνορισιό κι ο νεοπλουτίστικος τρόπος ζωής δεν επέβαλλε να 'χει δυο-τρία από δαύτα το κάθε σπιτικό,
για να δυσκολεύουν τη ζωή μας και να φρακάρουν στους στενούς δρόμους όπου κινούνται σαν χελώνες με μεγαλοαστικό ρυθμό!